Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η δημοκρατία που κάτσιασε.

Πάλιωσε η δημοκρατία μας και γέρασε κι’ ασχήμηνε πολύ.
Κι’ όμως δεν είναι ούτε σαράντα χρόνια που ήτανε νέα, έφηβη σχεδόν, γεμάτη όνειρα για το μέλλον, τότε που μόλις είχε βγεί από τη φυλακή με τα βασανιστήρια και είχε έναν αέρα αρχοντικό και το βλέμμα της καθάριο σαν τα μάρμαρα του Παρθενώνα έμοιαζε να κρατά ρίζα από την εποχή του Περικλή. Κι’ όσα και να’ χε τραβήξει κι’ όσα χρόνια και να’ χε χάσει στα μπουντρούμια, δεν φοβόταν την ζωή κι’ έλεγε με τον λόγο τον καλό,λίγο το λίγο θα ανοίξει σε όλους το τρίτο μάτι, το τοιχισμένο στο μέτωπο και θα δουν τον δρόμο του θεού, που δεν πάει ευθεία, στην πολιτική τουλάχιστον, μα μια δεξιά, μια αριστερά, για να αποφεύγει τις σκοπέλους και τους φανατισμούς που να τους κερδίσει με τον καιρό όλους και να πέσουν τα συρματοπλέγματα στα σύνορα, μα και τις καρδιές.
Κι’ όταν κάποιος γέρος της έλεγε δεν γίνονται αυτά, ο κόσμος γεννήθηκε για να μοιράζεται σε παρατάξεις και να πολεμάει η μία την άλλη και πατήρ όλων ο πόλεμος και η ειρήνη πόλεμος κι’ αυτή, κρυφός κι’ ανομολόγητος, της μιας χώρας ενάντια στην άλλη και της μιας τάξης ενάντια στην άλλη και του ενός ανθρώπου ενάντια στον άλλο, αυτή επέμενε πως όλα έχουν κάποτε ένα τέλος και μια νέα αρχή. Και ότι αυτή θα άλλαζε τον κόσμο, εδώ στην Ελλάδα όπου είχε γεννηθεί πρίν δυό χιλιάδες χρόνια, καθώς πίστευε στην ανάσταση των νεκρών, μα και την μετεμψύχωση ακόμη κι είχε και έναν άσσο στο μανίκι της, ένα παλικάρι που το φώναζαν όλοι με το μικρό του όνομα και έδειχνε να μην φοβάται τις δυσκολίες και τους εχθρούς, το μεγάλο μέλαθρον, τις μεγάλες δυνάμεις, μα και τις μεγάλες ιδέες και έβγαζε κάθε τόσο το σπαθί του και έσκιζε τον αέρα και υπέγραφε σαν τον Ζορρό με το Ζήτα του Γαβρά που σήμαινε πως ζει το πνεύμα των ηρώων και των αδικοκοχαμένων αγωνιστών του λαού που στοίχειωναν κάθε βράδυ και ψυχοπλάκωναν τους εξουσιαστές του φωτός και της αμαρτίας.
Όπως τα μικρά παιδιά λοιπόν όλα τα’ χε εύκολα η νεαρή δημοκρατία κι’ αυτή η μωρία της έδινε μια αίσθηση δυνάμεως που την μετέδιδε γύρω της και έκανε όλους άθελά τους να ευελπιστούν πως μπορεί να κάνει θαύματα και να μετακινήσει και βουνά ακόμη με την πίστη της στον εαυτό της και τους Έλληνες.
Κι’ όμως πέρασαν τα χρόνια και έγινε αγνώριστη. Έδειξε βέβαια από την πρώτη στιγμή πως ήταν λιπόψυχη και δεν είχε κουράγιο να τα βάλει με τους εχθρούς και τους συμμάχους και εύρισκε προσχήματα για να αναβάλει ες αύριον τους αγώνες που έπρεπε να δώσει, περιμένοντας μια πιο κατάλληλη γι’ αυτό στιγμή. Έτσι κοσκίνιζε χωρίς να ζυμώνει και διεπίστωσε με θλίψη πως η Κύπρος είναι μακράν και η συμμαχία απ’ όπου βιάστηκε να βγεί, απαραίτητη και οι βάσεις του θανάτου επίσης και οι Τούρκοι, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούσα, φίλοι μας.
Και αφού απεχθάνονταν τόσο τα όπλα και την βία, το αίμα και τα βασανιστήρια, ασχολήθηκε με το βάθεμα και το πλάτεμα της ειρήνης και με τα πολύτιμα αγαθά της, το δώσε πάρε, την αρπακτή, το σύνθημα και το παρασύνθημα που κάναν ν’ ανοίγει η σπηλιά του Αλή Μπαμπά στη χάρη του και τους τρακόσιους κλέφτες.
Και έμαθε όσο περνούσαν τα χρόνια να φτιασιδώνεται, να γεμίζει τις ρυτίδες με πούδρες από μπούρδες και ψέμματα, να βάζει κάθε τόσο κοκκινάδι για να φαίνεται επαναστάτρια και να κάμει συνεχώς λίφτιγκ για να φαίνεται νέα, την μια με τον νεοφιλελευθερισμό, την άλλη με τον εκσυγχρονισμό, την μια με την επανίδρυση του κράτους, την άλλη με το κυνήγι των φοροφυγάδων και της διαφθοράς που απλώνονταν γύρω της στον αχάριστο λαό, που εκμεταλλεύονταν τα κάλλη της και την μεγάλη της καρδιά, που «όχι» δεν έλεγε σε κανένα, όσο και ν’ ανέβαζε την ταρίφα της.
Ετσι από το πεζοδρόμιο όπου ξεκίνησε με το « ένα ένα τέσσερα » και το σύνθημα «ψωμί παιδεία ελευθερία», κατάντησε να κάνει πιάτσα με τους ψηφοφόρους, να παίρνει πάμπερς και μαύρες σακούλες με λεφτά, πολλά λεφτά. Κι από την άλλη για να μην φαίνεται πως ξεπούλησε τα όνειρα και τα οράματά της, μεγάλωσε και τις ιδέες της και έγινε εκτός από πραγματίστρια και ρεαλίστρια, φεντεραλίστρια και διεθνίστρια και ζητιάνο πλησίον της μπορεί να μην ελεούσε, έστελνε όμως εμβάσματα η μεγαλόψυχη στο εξωτερικό, σ’ όλους τους αναξιοπαθούντες του τρίτου κόσμου των μπαχαρικών.
Και έγινε, επόμενο ήταν, ανθρωπίστρια και αντιρατσίστρια και μάθαν για την χρυσή της καρδιά και πλάκωσαν από παντού οι ξένοι, κι’ αυτή στριμώχθηκε λίγο στα λεωφορεία και τα παγκάκια των πάρκων και τους φίλεψε την φιλοξενία της και τους άφησε να απλώσουν την πραμάτια τους στα πεζοδρόμια και να τρυπώσουν σα ποντικοί στα ακατοίκητά της και να γίνουν ένα σώμα, ντόπιοι και ξένοι,αναρχικοί και ναρκομανείς με τους περιπλανώμενους τουρίστες της βιοπάλης.
Ετσι προέκυψε ένα πρώτο δείγμα του νέου χωρίς ταυτότητα και μεγάλες ή μικρές ιδέες λαού που ονειρεύονταν στο μυαλό της, του τόσου προσαρμοσμένου στην πολιτική της ωρίμανση, μα και την σκληρή πραγματικότητα της επιβίωσης και τόσο απελπισμένου, παρατημένου και απολίτικου συγχρόνως, που να μην χρειάζεται πολλά για να τον θρέψει, αρκεί να μαζεύει κάθε τόσο τα σπασμένα και τα αποκαΐδια των περιοδικών εκρήξεων της οργής του, που πιστοποιούν όμως την ανεκτικότητα και την μεγάλη της καρδιά..
Έτσι κατέλαβαν τους κοινόχρηστους χώρους των πόλεων οι απόκληροι της τύχης και της κοινωνίας, αφού η τελευταία σταμάτησε να κοινωνεί την καλημέρα της, τον περίπατό της, τις ιδέες της και τους καημούς της και κλείσθηκαν οι πολίτες της στα κοσμοκαλογηρίστικα κελιά των διαμερισμάτων τους, που δεν βλέπουν συχνά ούτε ουρανό, ούτε θάλασσα, ούτε θεό και ήλιο κι’ ούτε διαβάζουν γι αυτά όπως παλιά στα ποιήματα, καθώς συναγελάζονται φαντασιακά διά της τηλεόρασης. Κι αν πεις να βγείς κάποτε από το σπίτι σου, εξ αιτίας κάποιου ευλογημένου νομοσχεδίου για να ανακαλύψεις τους συμπάσχοντες συνανθρώπους σου, σε περιμένουν οι κουκουλοφόροι για να παίξουν με τα ματ, το κλέφτες κι αστυνόμοι.
Έτσι κάτσιασε η δημοκρατία μας και οι ονειροπόλοι της έγιναν τρομοκράτες δίχως πρόσωπο και ληστές τραπεζών και κουκουλοφόροι βάνδαλοι που καίνε και σπάνε ότι βρίσκουν μπροστά τους, μα και πάλι κοστίζουν λιγότερο από ότι μια πλατειά παιδεία που θα τους έδινε λόγο ύπαρξης και συνύπαρξης με τους νικητές της ειρήνης και τους δυνάστες της δημοκρατίας. Και κοντά σ’ αυτούς ανεδύθη το ιδανικό του χωρίς προσδιορίσιμη ταυτότητα, χωρίς εργασία, απαιτήσεις, προοπτική και αύριο πολυπολιτισμικού λαού, που δεν θα απαιτεί, μα θα επαιτεί από την χωρίς εθνικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις υπερκομματική ξενοκρατούμενη δημοκρατία ..
Λαός να’ ναι κι’ ότι να’ ναι.
Δημοκρατία να ‘ναι κι’ ότι να ’ναι.
Εκλογές να ‘χουμε κι ας μην ξέρουμε ποιούς ψηφίζουμε και τι ψηφίζουμε..
Υποσχέσεις να μας δίνουμε κι’ ας ξέρουμε όλοι κι’ αυτοί και μείς πως δεν θα τις τηρήσουνε.
Κόμματα να ’χουμε κι’ ας είναι όλα τελικά καπελωμένα από τους ίδιους χορηγούς, με πλαστά προγράμματα και δανεικές της μόδας ιδέες.
Εφημερίδες και κανάλια να ’χουμε κι’ ας είναι όλα ιδιοκτησία δύο, τριών, πέντε το πολύ ανθρώπων που ανεβάζουν και κατεβάζουν τις κυβερνήσεις.
Σύνταγμα να ’χουμε κι ας ξέρουμε πως το ’χουν καταντήσει κουρελόχαρτο.
Νόμους να ’χουμε κι’ ας ξέρουμε πως είναι για τα μάτια και τα μεγάλα συμφέροντα.
Δικαστήρια να χουμε κι ας ξέρουμε πως χωρίς λεφτά δεν βρίσκεις σ’ αυτήν την ζωή το δίκιο σου.
Θεό να προσκυνούμε και θεό ας μην έχουμε.
Παιδεία να ’χουμε, μα Χριστό, ήρωες, και ποιητές, να μην μνημονεύει.
Ανθρωπισμό να ’χουμε, μα χωρίς αγάπη για τον άλλο.
Ηθική να ’χουμε, μα μόνο για τους άλλους..
Κράτη να ’χουμε, μα χωρίς δικό τους νόμισμα, χωρίς πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία, χωρίς εθνικό περιεχόμενο και αυτόβουλο, συνειδητοποιημένο ελεγκτή λαό.
Δρόμους να ’χουμε που να ανήκουν σε κάποιον, λιμάνια, αεροδρόμια, νησιά και πάρκα που να ανήκουν σε κάποιον, κόμματα που να ‘ναι φέουδα ενός, μα κράτος χωρίς αφέντη, λαό χωρίς μνήμη, παράδοση, ταυτότητα, παιδεία και λόγο ύπαρξης, εθνικής και ατομικής ταυτόχρονα.
Έτσι ευτελίστηκε η δημοκρατία που τελικά μας ξευτέλισε. Κι από τον χρυσό αιώνα του Περικλή, φθάσαμε στον χρυσό αιώνα της μίζας και της διαπλοκής που μας συσπείρωσε όλους σαν τις μύγες γύρω από το μελιστάλακτο αν και αιματοβαμμένο ευρώ της και στην Χρυσή Αυγή που με τα φαντάσματα του κακού παρελθόντος έρχεται να μας θυμίσει εξ’ αντιδιαστολής πόσο δημοκρατική είναι αυτή η δημοκρατία που δεν σέβεται τον λαό της, το σύνταγμα της και τους νόμους της, το όνομά της, την ιστορία και το αύριο των ψηφοφόρων της.
Και έτσι θα πρέπει να επιλέξουμε αν θα πρέπει να προτιμήσουμε αυτήν ή τον φονιά της, αν και αυτός δεν είναι δούλος της, βαλτός από την ίδια να την σκοτώσει ή να την μεταμορφώσει με τις ευλογίες μας σε κάτι πιο απαίσιο ακόμη από αυτήν την «πολιτισμένη», που σε σκοτώνει με το βαμβάκι, με την αγάπη της και την ανοχή της για τον ξένο απόκληρο λαθρομετανάστη από την μια, μα και τον ξένο κοσμοεξουσιαστή, επενδυτή και αποικιοκράτη από την άλλη. Που ταιριάζουν όπως ο τέτζερης στο καπάκι του και αναζητούν ο ένας τον άλλο για να αγκαλιαστούν στο πολιτικό θαύμα της κοινή συναινέσει οικειοθελούς εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Έτσι ο σαδισμός της εργασίας συμπληρώνει τον μαζοχισμό της θέλησης της ζωής να υπάρχει πάση θυσία. Πάση θυσία είπα και κάτι θυμήθηκα, μα τι άλλο,το ευρώ, που τόσο φιλόπονα προετοιμάζει αυτό το ειδύλλιο, αυτόν τον ασυμβίβαστο στην πρώτη ματιά έρωτα του πολιτισμένου, του χορτασμένου και του σκασμένου στο φαϊ και τις ηδονές με τον λιμασμένο στην πείνα και με μαυρισμένο απ’ την απελπισία μάτι, ιδανικό σκλάβο και ιδανικό αυτόχειρα ταυτοχρόνως.
Και όσοι Έλληνες επιζήσουν πέραν των αφεντικών, με σφιγμένο ζωνάρι βεβαίως, στην μεγάλη ελεύθερη οικονομική ζώνη της ευρωζώνης θα καμαρώνουν αύριο σίγουρα σα κουμπάροι για αυτήν την υπέροχη, μεγαλειώδη αν και ασύμβατη συνεύρεση των θεών με τις γυναίκες των ανθρώπων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: