Ενώ πάμε από παράταση σε παράταση η ατιμωρησία των ενόχων δημιουργεί ερωτηματικά και εξοργίζει τους πολίτες.
Ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις για τη Siemens, το Βατοπέδι και τη δήμευση των περιουσιών πολιτικών.
Δώδεκα ημέρες πριν την κατάθεση του πορίσματος της εξεταστικής επιτροπής για τη Siemens, αν δεν υπάρξει και νέα -πέμπτη- παράταση στη σχετική προθεσμία, η κυβέρνηση εμφανίζεται και πάλι διχασμένη ως προς τη συνολική τακτική της στο θέμα της διερεύνησης των μεγάλων σκανδάλων του παρελθόντος.
Κορυφαίοι υπουργοί σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους αναφέρουν πως ήδη έχουν τονίσει στον Γιώργο Παπανδρέου το άσκοπο πλέον της όλης διαδικασίας, καθώς αποδείχτηκε πως ούτε όλοι οι πραγματικοί ένοχοι και οι ηθικοί αυτουργοί στις υποθέσεις αυτές μπορούν να ανακαλυφθούν, ενώ και η τιμωρία τους είναι στον αέρα λόγω συνήθως της παραγραφής των αδικημάτων στα οποία έχουν υποπέσει.
To αποτέλεσμα; Η περαιτέρω παράταση της κυβερνητικής ρητορείας περί διερεύνησης των σκανδάλων και ανακάλυψης και τιμωρίας όλων των ενόχων όσο ψηλά κι αν βρέθηκαν ή και βρίσκονται όχι μόνο δεν γίνεται δεκτή με ικανοποίηση από την κοινή γνώμη, αλλά αντίθετα την εξοργίζει, καθώς οι πολίτες αισθάνονται εκ του αποτελέσματος και πάλι ότι παραπλανιούνται, αφού οι ένοχοι είτε παραμένουν άγνωστοι είτε όταν υποδεικνύονται είτε «φωτογραφίζονται» δεν υπάρχει πραγματική περαιτέρω δυνατότητα παραπομπής τους στις διαδικασίες της Δικαιοσύνης και τελικά οι μόνοι που θα πληρώσουν για τα μεγάλα σκάνδαλα φαίνεται να είναι πολιτικά πρόσωπα «δεύτερης διαλογής» και κάποιοι πρώην ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι.
Σημειώνεται ότι οι υπουργοί αυτοί (Ευ. Βενιζέλος, Α. Λοβέρδος, Χ. Παμπούκης κ.ά.) ως έγκριτοι νομικοί είχαν εξαρχής εκφράσει τις επιφυλάξεις τους για την πολιτική σκοπιμότητα των μεγάλων προσδοκιών περί πραγματικής κάθαρσης που είχαν καλλιεργηθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ειδικά από τη στιγμή κατά την οποία δεν καλύπτονταν οι απαραίτητες νομικές προϋποθέσεις, ώστε τα πολιτικά πρόσωπα-ύποπτοι για τη συμμετοχή τους στα όποια σκάνδαλα, που όμως προστατεύονται από τις απαράδεκτες πρόνοιες του ισχύοντος νόμου περί ευθύνης υπουργών, τελικά να λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη και εφόσον κριθούν ένοχοι να τιμωρηθούν.
Και ακόμη, ότι αν επιχειρηθεί η αυθαίρετη παράκαμψη ή υπέρβαση των νομικών δυσκολιών, η όλη υπόθεση ενδέχεται να οδηγηθεί σε μεγαλοπρεπές ναυάγιο, καθώς η κυβέρνηση μπορεί μεν να αποδειχτεί συνεπής στις προθέσεις και τις εξαγγελίες της, αλλά αδύναμη να πράξει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, από το οποίο όμως και θα κριθεί από τους πολίτες. Επομένως, η παραμονή σε αυτό το επίπεδο των προθέσεων τελικά μπορεί να αποδειχτεί μπούμερανγκ για την κυβέρνηση.
Κάπως έτσι θεωρούν ότι δικαιώθηκαν για τη διερεύνηση του σκανδάλου του Βατοπεδίου, όπου η κυβέρνηση από θέση κατήγορου βρέθηκε να εγκαλείται σε μια σειρά από θέματα: πρώτον, στο θέμα της μονομερούς παραπομπής μόνο «γαλάζιων» πρώην υπουργών και αποσιώπησης των πιθανών ευθυνών των «πράσινων» συναδέλφων τους που ενεπλάκησαν στην αρχή του σκανδάλου, θέμα για το οποίο την εγκαλεί η αξιωματική αντιπολίτευση.
Δεύτερον, στο θέμα της θεμελίωσης της επιχειρηματολογίας περί κεντρικού σχεδιασμού και συντονισμού της όλης υπόθεσης, όπου την κυβέρνηση εγκάλεσε η ίδια η πλειοψηφία της στη Βουλή, απορρίπτοντας τις παραπομπές των Θ. Ρουσόπουλου και Γ. Βουλγαράκη, που στα πρόσωπά τους εδραζόταν η προσπάθεια διασύνδεσης με το σκάνδαλο του Κ. Καραμανλή. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης η κυβέρνηση εγκαλείται πλέον και από τους βουλευτές, τα στελέχη και τους ψηφοφόρους της για ανικανότητα στήριξης των κατηγοριών για τους δύο πρώην στενότατους συνεργάτες του κ. Καραμανλή - και φυσικά και από τους ίδιους τους δύο πρώην υπουργούς για επιχείρηση πολιτικής εξόντωσης μέσω μιας σκευωρίας.
Τρίτον, η διαφαινόμενη δικαστική απόφαση περί παραγραφής των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η παραπομπή των άλλων «γαλάζιων» πρώην υπουργών για το σκάνδαλο δίνει στον απλό πολίτη το δικαίωμα να την εγκαλεί για ανικανότητα να επιβάλει την πρόθεσή της και διαιώνιση του καθεστώτος ατιμωρησίας των πολιτικών, αφού δεκαπέντε μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της δεν έχει προχωρήσει καν στην αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, χρησιμοποιώντας το υπάρχον καθεστώς μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων και όχι πραγματικού αποτελέσματος.
Οι «σκληροί» επιμένουν, ο ΓΑΠ στη μέση
Στον αντίποδα, υπάρχουν άλλοι κορυφαίοι υπουργοί, μεταξύ των οποίων οι Γ. Ραγκούσης και κυρίως ο Γ. Παπακωνσταντίνου, αλλά και ορισμένοι άλλοι ακόμα του στενού προεδρικού κύκλου, που για τους δικούς τους λόγους επιμένουν πως πρέπει να ακολουθηθεί σκληρή και αδιάλλακτη γραμμή στο θέμα των σκανδάλων και να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες, ώστε τελικά κάποια πολιτικά πρόσωπα, ύποπτα για την εμπλοκή τους στα συγκεκριμένα σκάνδαλα που διερευνώνται είτε έχουν προκαλέσει ένεκα ξαφνικού και αδικαιολόγητου πλουτισμό, να τιμωρηθούν.
Στην επιχειρηματολογία τους μάλιστα εμπλέκεται και η τρόικα, καθώς οι εν λόγω υπουργοί επικαλούνται απαίτηση της τρόικας «να βρεθεί ένας στη φυλακή» και «να δημευτούν περιουσίες πολιτικών», ώστε να δικαιωθεί το λαϊκό αίσθημα που ζητεί τιμωρία των φοροφυγάδων και των επίορκων πολιτικών που πλούτισαν διαχειριζόμενοι το δημόσιο χρήμα, ενώ οι ίδιοι τώρα πληρώνουν από τη δική τους τσέπη τα αποτελέσματα των οικτρών επιλογών των τελευταίων στην οικονομία.
Οι πληροφορίες αναφέρουν πως σε πρόσφατη σύσκεψη ανώτατων κυβερνητικών στελεχών υπό τον πρωθυπουργό η άποψη αυτή επανακατατέθηκε από τους εν λόγω υπουργούς, οι οποίοι διαβεβαίωσαν τον κ. Παπανδρέου ότι βρίσκονται πολύ κοντά και στη διατύπωση της συγκεκριμένης νομικής φόρμουλας, η οποία θα επιτρέψει στις Αρχές να προχωρήσουν αυτομάτως στη δήμευση της περιουσίας συγκεκριμένων πολιτικών που δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την απόκτηση κάποιων ακίνητων και κινητών περιουσιακών στοιχείων από τα φορολογικά τους στοιχεία, που συμπεριλαμβάνονται τόσο στις δηλώσεις τους στις φορολογικές υπηρεσίες όσο και σε εκείνες του «πόθεν έσχες» που έχουν καταθέσει στον Άρειο Πάγο και διαθέτει και η Βουλή.
Από τη σύσκεψη αυτή όμως δεν προέκυψε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με το «διά ταύτα», αν και είναι φανερό ότι οι εισηγητές της εν λόγω πρότασης «φωτογραφίζουν» τέσσερα - πέντε πρώην μεγαλοστελέχη και κορυφαίους πρώην υπουργούς των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά και έναν ακόμη, χαμηλότερου βεληνεκούς, ο οποίος όμως θεωρείται από τα υπάρχοντα στοιχεία εμπλεκόμενος με δεκάδες offshore εταιρείες και περίπου 160 ακίνητα, έχοντας μετατραπεί ουσιαστικά σε επιχειρηματία του χώρου του real estate.
Η εμπλοκή παρουσιάστηκε λόγω της διστακτικότητας του ίδιου του πρωθυπουργού να αποδεχτεί ως είχε το αίτημα των «σκληρών», όχι βεβαίως διότι υπερασπίζεται την ατιμωρησία των πολιτικών, αλλά επειδή φοβάται πως η όλη υπόθεση μπορεί να αποτελέσει ένα ακόμη κυβερνητικό φιάσκο και να προκαλέσει «ναυάγιο» τύπου Βατοπεδίου αν δεν αποδειχτούν οι κατηγορίες. Από την άλλη, γίνεται δέκτης τοποθετήσεων άλλων στενών συνεργατών του που του επισημαίνουν τον κίνδυνο περιορισμένων αποτελεσμάτων στη διαμόρφωση του κλίματος στην κοινή γνώμη, η οποία αναζητεί μεν «να τρέξει πολιτικό αίμα», αλλά δεν πρόκειται εξ αυτού να συγχωρήσει ή να υποτιμήσει τις ευθύνες των σημερινών διαχειριστών της οικονομίας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Έτσι, το θέμα παραπέμφθηκε σε νέα κυβερνητική σύσκεψη, όπου χωρίς να προεξοφλούνται οι αποφάσεις της, οι εν λόγω υπουργοί δεσμεύτηκαν ότι θα έχουν μέχρι τότε επιλύσει τις νομικές εκκρεμότητες, ώστε εφόσον ο πρωθυπουργός τελικά συμφωνήσει, να προχωρήσουν άμεσα οι θεαματικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.
Πολυφωνία απόψεων για Siemens και οικονομία
Στο μεταξύ καμία πρόοδος στη σύγκλιση απόψεων δεν έχει επέλθει στο κυβερνητικό στρατόπεδο σχετικά με το πόρισμα της «πράσινης» πλειοψηφίας για το υπό διερεύνηση από την εξεταστική επιτροπή σκάνδαλο της Siemens. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως από τα στοιχεία που έχουν επεξεργαστεί οι επιτελείς του κ. Σφακιανάκη στην ΕΛΑΣ ερευνώντας τον σκληρό δίσκο του κ. Χριστοφοράκου και της κ. Τσακάλου, ουδέν ουσιαστικότερο ή έστω θεαματικότερο στοιχείο έχει προστεθεί για την τεκμηρίωση ποινικής εμπλοκής πολιτικών προσώπων στις παράνομες δραστηριότητες του πρώην αφεντικού της Siemens Hellas, παρά μόνο επικυρωτικές των εκλεκτικών άριστων προσωπικών του σχέσεων με ορισμένους πολιτικούς, στοιχεία που όμως λίγο ως πολύ είναι ήδη γνωστά.
Έτσι, η νέα παράταση για την κατάθεση του πορίσματος φαίνεται να περνάει χωρίς αποτέλεσμα και οι απόψεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης, αλλά και των βουλευτών που μετέχουν στην επιτροπή εξακολουθούν να διίστανται. Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει δυνατότητα συγκρότησης ατράνταχτου κατηγορητηρίου μόνο για τον πρώην υπουργό Μεταφορών Τ. Μαντέλη, που έχει ο ίδιος αποδεχτεί την λήψη χρηματικού ποσού από την Siemens, αποκαλώντας το «προεκλογική χορηγία».
Από εκεί και πέρα, ορισμένοι βουλευτές εκτιμούν ότι και μόνο με κατηγορούμενο έναν πρώην υπουργό, αρκεί η συγκρότηση προανακριτικής επιτροπής, η οποία όμως θα προσανατολιστεί στον ενδελεχή έλεγχο πιθανών ποινικών ευθυνών και άλλων πρώην υπουργών. Άλλοι συνάδελφοί τους όμως θεωρούν ότι κάτι τέτοιο δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική και πως η επιτροπή ή θα παραπέμψει συγκεκριμένα πρόσωπα στην προανακριτική είτε θα τα απαλλάξει.
Στο σημείο αυτό, διατυπώνεται η άποψη να παραπεμφθούν συλλήβδην όλοι εμπλακέντες σε συναλλαγές του κράτους με την Γερμανική εταιρεία εφόσον έχουν υπογράψει οι ίδιοι συμβάσεις του ελληνικού δημοσίου μαζί της ή έχουν επικυρώσει αντίστοιχες συμβάσεις οργανισμών ή επιχειρήσεων του δημοσίου με τη Siemens. Εκτιμάται όμως, πως έτσι θα μπουν στο ίδιο τσουβάλι «τα χλωρά με τα ξερά», ενώ θα υπάρχουν σφοδρές αντιδράσεις αν σε αυτήν την περίπτωση αγνοηθούν οι αναφορές Χριστοφοράκου για την αποστολή χρηματικών ενισχύσεων στα ταμεία της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ επί εποχής του αείμνηστου Γ. Βαρθολομαίου, αλλά και του νυν βουλευτή Κ. Γείτονα, κάτι όμως που παραπέμπει στην εποχή Γ. Παπανδρέου στη Χαριλάου Τρικούπη.
Πάντως, στην περίπτωση επιλογής της λογικής των συνολικών παραπομπών, ο κίνδυνος επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια των Χρ. Βερελή, Ν. Χριστοδουλάκη και Α. Τσοχατζόπουλου για την υπόθεση των βαγονιών του ΟΣΕ και των Γ. Παπαντωνίου, Χρ. Μαρκογιαννάκη, Γ. Βουλγαράκη, Β. Πολύδωρα για την υπόθεση του C4I, κάποιοι εκ των οποίων ή και όλοι θα συνοδεύσουν τον Τ. Μαντέλη στην προανακριτική επιτροπή που θα ακολουθήσει.
Διχασμός όμως υπάρχει στο κυβερνητικό στρατόπεδο και στο θέμα της συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής για την οικονομία. Η πλευρά των Γ. Παπακωνσταντίνου και Γ. Ραγκούση πιέζει ασφυκτικά για την ενεργοποίηση της εξαγγελίας του πρωθυπουργού, ο οποίος όμως προβληματίζεται βαθύτατα για την σκοπιμότητα μιας τέτοιας κίνησης.
Συνεργάτες του κ. Παπανδρέου σε κλειστές συζητήσεις μαζί του διαβάλλουν τον «τσάρο», κατηγορώντας τον ότι πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση ώστε να μετατεθεί το επίκεντρο της συζήτησης της επικαιρότητας που είναι η επιτυχία των δικών του επιλογών και χειρισμών, που όμως προκαλούν έντονη δυσφορία στους πολίτες, αλλά και στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος.
Με τη συμφωνία δε κορυφαίων υπουργών προσθέτουν, ότι το θέμα των ευθυνών για την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Καραμανλή, έχει ήδη καταλογιστεί πολιτικά από τους ψηφοφόρους στις εκλογές του 2009, επιβεβαιώνεται σταθερά σε όλες τις μέχρι τώρα δημοσκοπικές έρευνες, αλλά, το κυριότερο, δεν μπορεί να εκλάβει ποινικές διαστάσεις, κάτι που υποτίθεται ότι θα αποτελούσε το αντικείμενο της συγκρότησης της εξεταστικής επιτροπής. Δίνοντας έτσι και πάλι το άλλοθι στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να επιχειρηματολογεί περί πολιτικής δίωξης, ποινικοποίησης της πολιτικής από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ κ.ο.κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου