Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Η ανασύνθεση της Δεξιάς και η αμηχανία της Αριστεράς

Εάν κανείς διάβαζε τις εφημερίδες της Κυριακής 27 Γενάρη θα διαπίστωνε μια επίμονη προσπάθεια των κυρίαρχων δυνάμεων να παρουσιάσουν μια εικόνα ότι επιτέλους «το κλίμα αρχίζει να γυρίζει», ότι διαμορφώνεται συσπείρωση γύρω από την κυβερνητική πολιτική, ότι «οι πολίτες διαλέγουν τη σιγουριά», ότι ο Σαμαράς κατάφερε να «αλλάξει την ατζέντα» και γενικά να πουν ότι κάπως το πράγμα πάει να ηρεμήσει και να ξεφύγουμε από μια συνθήκη πολιτικών και κοινωνικών σεισμών. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;
Καταρχάς, οι διακηρύξεις της κυβέρνησης ότι έρχονται «επενδύσεις και ανάπτυξη» είναι τουλάχιστον γελοίες. Η ελληνική οικονομία παραμένει μέσα σε μια εξοντωτική συνθήκη ύφεσης, την οποία οι ίδιοι (η Τράπεζα της Ελλάδος δηλαδή) υπολογίζει σε -23,5% για την περίοδο 2008-2013, δηλαδή όσο έχουμε δει σε χώρες που πέρασαν από καταστροφικούς πολέμους. Η αγοραστική δύναμη των μισθών έχει υποχωρήσει δραματικά, η επενδυτική και καταναλωτική δαπάνη επίσης, ενώ η δημόσια δαπάνη διαρκώς συρρικνώνεται (αυτή είναι άλλωστε και η πηγή της φαινομενικής βελτίωσης των ελλειμμάτων). Και έρχεται και νέα μείωση από τη νέα φοροκαταιγίδα η οποία – στον όποιο βαθμό φέρει παραπάνω έσοδα - απλώς θα τροφοδοτήσει την αποπληρωμή του χρέους.
Όσο για τις περιβόητες αποκρατικοποιήσεις αυτό που θα γίνει θα είναι εκποίηση δημόσιας περιουσίας, που σε μεγάλο βαθμό θα καταλήξει κοψοχρονιά σε ελληνικά επιχειρηματικά κέντρα. Την ίδια στιγμή το κοινωνικό τοπίο γίνεται όλο και πιο δραματικό, με την ανεργία επισήμως κοντά στο 27%, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους να είναι απλήρωτοι, την οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών να είναι οριακή, με τα φαινόμενα νέας φτώχειας να παίρνουν διαστάσεις πρωτόγνωρες. Ποιος θα περίμενε ότι μετά από 50 χρόνια διαρκούς μείωσής της, θα είχαμε στην Ελλάδα αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας; Η κατάρρευση του συστήματος υγείας, η πραγματική μείωση της πρόσβασης του πληθυσμού σε ιατρικές υπηρεσίες, η συρρίκνωση της εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα με τις συγχωνεύσεις καταργήσεις, η διάλυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας κατατείνουν σε μια συνθήκη ολοένα και πιο βάρβαρη. Την επόμενη χρονιά οι μαθητές θα πάρουν βιβλία αλλά θα υποχρεωθούν στο τέλος της χρονιάς είτε να τα επιστρέψουν είτε να τα πληρώσουν…
Και τα πράγματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Η διαπραγμάτευση για το νέο προϋπολογισμό της ΕΕ είναι πιθανό να οδηγήσει σε μείωση των εισροών από την ΕΕ, την ίδια ώρα που όσα συμφωνήθηκαν το Νοέμβρη – Δεκέμβρη σημαίνουν πρωτοφανή επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας και άμεσες θεσπισμένες παρεμβάσεις περικοπής δαπανών όποτε ξεφεύγουν οι στόχοι. Και βέβαια, μέχρι τώρα η εμπειρία είναι ότι όποτε τέθηκε θέμα «ερμηνείας» η γνώμη της Τρόικας υπερισχύει, ενώ η επιτήρηση έχει ήδη πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά. Για «διαθεσιμότητες» με σκοπό την ανακατανομή προσωπικού εξακολουθεί να ψελλίζει ο υπουργός Μανιτάκης, αυτό το θλιβερό παράδειγμα κατήφορου της πάλαι ποτέ «ανανεωτικής» Αριστεράς, για απολύσεις και μάλιστα 25000 την επόμενη χρονιά μιλάει η Τρόικα.
Είναι σαφές ότι σε αυτό το τοπίο πραγματική δυνατότητα της κυβέρνησης να «παρουσιάσει έργο» και να κερδίσει τη στήριξη μερίδας των λαϊκών στρωμάτων δεν υπάρχει. Η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να βυθίζεται σε μια βαθιά οικονομική κρίση και αυτή αντικειμενικά αποσταθεροποιεί το πολιτικό σύστημα.
Δεν σημαίνει, όμως, αυτό ότι και απλώς είμαστε σε αναμονή της κατάρρευσης του Σαμαρά και της μνημονιακής πολιτικής. Δυστυχώς, πλανάται πλάνην οικτράν σημαντικό κομμάτι της Αριστεράς, που πίστεψε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 17ης Ιούνη 2012 απλώς προσέφερε λίγο παραπάνω χρόνο στην Αριστερά για να προετοιμαστεί για μια εξουσία που υποτίθεται ότι την περίμενε στη γωνία…
Στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα. Όντως, η ελληνική κοινωνία πέρασε μέσα από μια εντυπωσιακή εξεγερσιακή ακολουθία σε όλη την περίοδο των Μνημονίων, που πήρε μια σειρά μορφές: απεργιακή κλιμάκωση και επίδειξη δύναμης, έμπρακτες μορφές μιας σύγχρονης λαϊκής δημοκρατίας, εκτεταμένη αμφισβήτηση της μνημονιακής «νομιμότητας», γενικευμένη εκλογική εξέγερση και αποστοίχιση από τα κόμματα του μνημονίου. Σε όλη αυτή την περίοδο πολλές ήταν οι καταθέσεις ελπίδας που έκαναν ποικίλα κοινωνικά κομμάτια: στην απεργία, στη σύγκρουση με την αστυνομία, ακόμη και στη δυνατότητα να υπάρξει παρουσία της Αριστεράς στην εξουσία. Πολλά, όμως, ήταν και τα όρια που αυτή η ελπίδα συνάντησε: στη μετάβαση σε μια αυταρχική «μεταδημοκρατική» συνθήκη όπου δεν λειτουργεί πλέον η κλασική λειτουργία «πίεσης» των εργατικών και λαϊκών αγώνων, στην πρακτική των κυβερνήσεων περιορισμένης ευθύνης που απλώς εφαρμόζουν τις επιταγές της Τρόικας, στην εντεινόμενη αυταρχική θωράκιση.
Αυτή την αντίφαση συμπύκνωσαν οι εκλογές του Ιούνη, που σε κανένα βαθμό σε σταθεροποίησαν το συσχετισμό δύναμης, ιδίως από τη στιγμή που φάνηκε ότι η κυβέρνηση Σαμαρά όχι μόνο δεν θα εξασφάλιζε κάποιου είδους επαναδιαπραγμάτευση της μνημονιακής λιτότητας, αλλά θα προχωρούσε η ίδια σε μια ακόμη πιο επιθετική πολιτική, πράγμα που φάνηκε με το δεύτερο μνημόνιο και τις πραξικοπηματικές πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που ακολούθησαν. Η ελπίδα της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν να περάσει όσο πιο γρήγορα τα μέτρα, να αντέξει τις όποιες αντιδράσεις, να επενδύσει επικοινωνιακά στην άφιξη της δόσης, αφού πρώτα αυτή επικοινωνιακά παρουσιάστηκε ως «εθνικός στόχος» και να προσπαθήσει να αναζητήσει κάποια έστω και μερική συναίνεση σε ένα άλλο επίπεδο, έστω και εάν αυτή είναι παθητική και φοβική.
Και εδώ είναι που αποκτά ξεχωριστή σημασία η αυταρχική θωράκιση. Η κριτική ότι κινήσεις όπως οι επιθέσεις στις καταλήψεις αποτελούν αντιπερισπασμό για να μη στραφεί η συζήτηση προς τα πραγματικά προβλήματα χάνει την ουσία του ζητήματος. Η αυταρχική στροφή αποτελεί στρατηγική επιλογή. Αποτελεί πλευρά της διαδικασίας βίαιης επιβολής ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού προτύπου, της μετατροπής της Ελλάδας σε μια ιδιότυπη «Ειδική Οικονομική Ζώνη» ανύπαρκτων εργατικών δικαιωμάτων, επενδυτικής ασυδοσίας και εργοδοτικής τρομοκρατίας, μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών που θα διαγκωνίζεται στον Ευρωπαϊκό Νότο με «συγκριτικό πλεονέκτημα» το όλο και πιο χαμηλό εργατικό κόστος, χωρίς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, χωρίς εγχώρια παραγωγική και ερευνητική βάση, με συνεχή αφαίμαξη επιστημονικού δυναμικού που ήδη φεύγει μαζικά.
Σε ένα τέτοιοι δρόμο, ο πραγματικός περιορισμός της δυνατότητας δράσης του λαϊκού κινήματος, μέσα από τον υλικό περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία, τη διάλυση κάθε συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης τον περιορισμό των διαδηλώσεων, την ποινικοποίηση της κατάληψη δημόσιων κτιρίων, την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου με στόχο το φοιτητικό κίνημα, αναλογούν στη συνολική αναπροσαρμογή της «νομιμότητας» στη συνθήκη μειωμένης εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Άλλωστε, στις «Ειδικές Οικονομικές Ζώνες» πολλά περιθώρια συλλογικής δράσης δεν πρέπει να υπάρχουν. Γι’ αυτό και ο στόχος είναι το πραγματικό τέλος της Μεταπολίτευσης το πραγματικό τέλος όλων των τρόπων με τους οποίους μπορούσαν ριζοσπαστικά και μαχητικά κινήματα να επιβάλουν τους δικούς τους όρους απέναντι στην πολιτική εξουσία.
Ταυτόχρονα, ο αυταρχισμός ως ταυτόχρονη δημιουργία και υπερπροβολή απειλών και εν συνέχεια παρέμβαση για την «αντιμετώπισή» τους προσπαθεί να μετατοπίσει το ίδιο το αίσθημα ανασφάλειας που αισθάνεται το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας στα πεδία που θέλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις: τη «βία», την «παραβατικότητα» και φυσικά τους μετανάστες. Όχι για να αποσπάσουν κάποια ενεργητική «θετική» συναίνεση, αλλά για να επιτείνουν την εξατομίκευση, τον κατακερματισμό, το σπάσιμο δεσμών αλληλεγγύης, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, στη σύγχρονη αποκρουστική εκδοχή «παθητικής (αντ)επανάστασης».
Και εδώ είναι που η Χρυσή Αυγή παίζει το ρόλο το καταλύτη, δοκιμάζοντας να κάνει την αυταρχική θωράκιση, τον κατακερματισμό και τον κανιβαλισμό μαζική πολιτική γραμμή, στρατεύοντας ταυτόχρονα κρίσιμα τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας στην ψευδοσυλλογικότητα και ψευδοαλληλεγγύη των «συσσιτίων μόνο για Έλληνες» και των νυχτερινών εξορμήσεων προς άγρα μεταναστών, στο βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό και στο ψευδοπατριωτισμό του «ισχυρού κράτους» που θα εξασφαλίσει «δουλειά και επενδύσεις» το αναγκαίο συμπλήρωμα του νεοφιλελευθερισμού. Γι’ αυτό και είναι δομικά και εξ αρχής λανθασμένη η λογική της συσπείρωσης του συνταγματικού τόξου που ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να συνυπογράφει. Ακριβώς γιατί η πρακτική της Χρυσής Αυγής είναι στην πραγματικότητα η ακραία προέκταση της κυβερνητικής πολιτικής, της κυβερνητικής αυταρχικής θωράκισης. Γι’ αυτό και η απάντηση στους φασίστες μόνο από την Αριστερά μπορεί να δοθεί, από εκείνη την Αριστερά που θα οικοδομήσει ξανά την ενότητα και την αλληλεγγύη των λαϊκών στρωμάτων, θα δείξει έμπρακτα πόσο επικίνδυνο είναι το ρατσιστικό δηλητήριο, αλλά και θα συγκρουστεί γειτονιά τη γειτονιά, πλατεία την πλατεία, πόλη την πόλη με τους φασίστες.
Ούτε είναι τυχαίο ότι σήμερα ότι αυτή τη στιγμή οι βασικές διεργασίες ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού δεν αφορούν τόσο την κωμικοτραγική απόπειρα πολυεπίπεδα απαξιωμένων τοξικομανών της εξουσίας και της δημοσιότητας όπως ο Λοβέρδος να κερδίσουν τηλεοπτικό χρόνο. Αφορούν τα σχέδια ανασύνθεσης της Δεξιάς. Τα άρθρα του Κρανιδιώτη για ένα νέο πατριωτικό δεξιό πλατύ πόλο, η επανεμφάνιση εμφυλιοπολεμικών διαιρέσεων, ο νέος αντικομμουνισμός η πανταχού παρούσα «νέα εθνικοφροσύνη» ούτε γραφικότητες είναι, ούτε αναλογούν απλώς σε «εσωτερική ιδεολογική κατανάλωση».
Είναι προφανές ότι η προσπάθεια είναι να διαμορφωθεί ένα ιδεολογικό υβρίδιο που να συνδυάζει τον νεοφιλελευθερισμό, με το βαθύ συντηρητισμό, τον αυταρχισμό και ένα ρατσιστικό εθνικισμό, μια παράξενη επιστροφή της μετεμφυλιακής Δεξιάς στη σημερινή συνθήκη. Είναι απόπειρα διαμόρφωσης, έστω και με όρους «παθητικής συναίνεσης» μιας κοινωνικής συμμαχίας: αστικά στρώματα, τμήματα του κρατικού μηχανισμού, ιδίως των δυνάμεων καταστολής που προσκολλούνται στην κυρίαρχη πολιτική, κομμάτια του αγροτικού χώρου, κομμάτια εργαζομένων ή συνταξιούχων που έλκονται από την διαχείριση του φόβου ή ελπίζουν στα όποια ψίχουλα μπορεί να φέρει η διαχείριση της φτώχειας. Αυτό δεν φτιάχνει ένα μεγάλο ιστορικό μπλοκ, αλλά επιτρέπει εκείνη την συσπείρωση που μπορεί να διατηρήσει κυβερνήσεις στην εξουσία, έστω και με κάθε λογής «κυβερνητικούς συνασπισμούς» σε όλη την περίοδο της μετάβασης στο νέο κοινωνικό και οικονομικό υπόδειγμα, μαζί φυσικά με την επιβολή εκείνου του είδους της προληπτικής καταστολής που θα αποτρέπει τυχόν νικηφόρα σκιρτήματα του κινήματος και θα ανακυκλώνει την απελπισία και την ηττοπάθεια. Αυτή είναι και η βάση του νέου αντικομμουνισμού σήμερα, που δεν στρέφεται μόνο εναντίον γενικών ιδεολογικών τοποθετήσεων, όσο – και κυρίως…– απέναντι σε πρακτικές αγώνα, αντίστασης, συλλογικότητας, σε όλη την πραγματική κληρονομιά της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος στον τόπο μας.
Προφανώς και αυτή η στρατηγική έχει ένα βασικό αδύναμο σημείο. Κινείται θεωρώντας ότι η κοινωνική κατάσταση θα σταθεροποιηθεί και ίσως προοπτικά να βελτιωθεί. Όπως είπαμε και πριν, αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία παραμένει σε ένα σπιράλ θανάτου λιτότητας, ύφεσης και ανεργίας που έχει προ πολλού υπερβεί τα όρια αντοχής της κοινωνίας. Σε αυτό το φόντο, ο σκληρός συντηρητισμός ή η διαχείριση του «νόμου και της τάξης» μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Γι’ αυτό και η πολιτική κρίση παραμένει ενεργή.
Σημαίνει, όμως, αυτό ότι νομοτελειακά η κλιμάκωση της εξαθλίωσης θα φέρει εκείνη την αγωνιστική κινηματική έξαρση που θα παρασύρει το μνημονιακό σύστημα, όπως πιστεύουν πολλοί μέσα στην Αριστερά; Στην πραγματικότητα, τα νικηφόρα κινήματα δεν γεννιούνται απλώς από την ανέχεια, τη φτώχεια και την απελπισία. Γεννιούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο φόβο και την ελπίδα, την αίσθηση ότι υπάρχει συλλογική δύναμη και δυνατότητα για αλλαγή, όταν ευρύτερες μάζες πιστεύουν ότι μπορούν να νικήσουν. Και αυτό δεν είναι ούτε αυτοματισμός, ούτε νομοτέλεια∙ Είναι διακύβευμα και εξαρτάται από τις πολιτικές κατευθύνσεις που θα επιλεγούν. Η απλή απελπισία μπορεί να οδηγήσει είτε σε τυφλές εκρήξεις, είτε στον επιβιωτισμό ή ακόμη και να σπρώξει κομμάτια των λαϊκών τάξεων στην αγκαλιά των φασιστών.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα… Η αίσθηση της νίκης δεν μπορεί να έρθει με την προσπάθεια εμφάνισης ενός «ρεαλιστικού» κυβερνητικού προφίλ, όπως κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, που προσπαθεί να πείσει ότι εντός των Μνημονίων και των Δανειακών συμβάσεων, τις οποίες «δεν πρόκειται να σκίσει», θα υπάρξει ανακοπή της λιτότητας. Δεν θα έρθει με όρκους πίστης στο ευρώ. Δεν θα έρθει με επισκέψεις παράδοσης διαπιστευτηρίων και ουσιαστικά δήλωσης νομιμοφροσύνης στην Γερμανία και τις ΗΠΑ. Όχι μόνο γιατί μια τόσο σαφές δεξιόστροφη μετατόπιση του εν δυνάμει κυβερνητικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ εμπεριέχει τον κίνδυνο η Αριστερά να γίνει κυβέρνηση διαχείρισης της λιτότητας. Όσο δεν ορίζεται μια σαφής διαχωριστική γραμμή απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική, όσο δεν αρθρώνεται μια πραγματικά διαφορετική αφήγηση, η κοινωνία εθίζεται στο σχήμα ότι τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν και η οργή γίνεται εξατομικευμένη απελπισία, παραχωρώντας πολιτικό χώρο στην επιχείρηση δεξιάς αναδιάρθρωσης του πολιτικού σκηνικού. Ότι σε μια τέτοια πορεία η Αριστερά μπορεί να χάνει ακόμη και τη δημοσκοπική πρωτιά της, αυτή είναι, ίσως, και η πιο ανώδυνη από τις συνέπειες. Και καλό θα είναι την αιτία της σημερινής αμηχανίας της να μην την αναζητήσει στα «επικοινωνιακά τεχνάσματα» του επιτελείου της ΝΔ, αλλά στα όρια της δικής της πολιτικής.
Ποια είναι η απάντηση σε αυτή την πρόκληση; Σίγουρα όχι, ο υστερικός φραστικός αντικαπιταλισμός του ΚΚΕ, που πάει χέρι-χέρι με μια καταστροφικά ηττοπαθή μέσα στο λαϊκό κίνημα. Ιδίως μάλιστα όταν συνδυάζεται με γενικευμένη εκκαθάριση κάθε κριτικής φωνής, συνειδητής και ρητής μετάβασης σε ένα ακόμη πιο αυταρχικό και αντιδημοκρατικό εσωκομματικό καθεστώς, προβολής ως «σοσιαλισμού» της απλής κρατικοποίησης των πάντων άνευ προλεταριακής δημοκρατίας και εργατικής πρωτοβουλίας και βέβαια εκκωφαντικής σιωπής για το σήμερα, εφόσον κάθε έννοια μεταβατικού προγράμματος απορρίπτεται, κάθε προσπάθεια εκτίμησης του σημερινού συσχετισμού δύναμης απορρίπτεται εκ προοιμίου και η εκτίμηση είναι ότι πρακτικά τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.
Αυτό που χρειάζεται είναι να συνθέσουμε εκείνη τη διαλεκτική που να μπορεί να δώσει στη σημερινή συγκυρία, της βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής κρίσης που θυμίζει συχνά τους κλασικούς ορισμούς της προεπαναστατικής κατάσταση, δυναμική νικηφόρα. Αυτή είναι και η πραγματική βάση για το αναγκαίο σήμερα αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο, με αφετηρία τη συσπείρωση των δυνάμεων που αποδέχονται την ανάγκη ρήξης με τον «ευρωπαϊκό δρόμο» και όχι η αναδιάταξη συσχετισμών στην Αριστερά. Η πρόκληση είναι:
Να μπορέσουμε να αρθρώσουμε μια εναλλακτική αφήγηση για την ελληνική κοινωνία, το αναγκαίο σήμερα μεταβατικό πρόγραμμα σχέδιο που ξεκινώντας από την έξοδο από ευρώ και τη ρήξη με την ΕΕ, τη διαγραφή του χρέους, τις εθνικοποιήσεις, τη γενναία αναδιανομή εισοδήματος να περιγράφει ένα σχέδιο παραγωγικής με βάση τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, το συλλογικό δημοκρατικό σχεδιασμό, την αυτοδιαχείριση, την προστασία του περιβάλλοντος, που να δείχνει με τρόπο απλό, εύληπτο και συγκεκριμένο ότι «υπάρχει ζωή πέρα από το ευρώ». Να δείξουμε μπορούμε να έχουμε αγροτική παραγωγή, ενέργεια, βασικές υποδομές, επιβίωση των εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων, καλύτερη ποιότητα ζωής, καλύτερες δημόσιες συγκοινωνία, υγεία και παιδεία, καταπολέμηση της ανεργίας. Και αυτό απαιτεί συλλογική σκέψη, μεράκι, αξιοποίηση πρώτα και κύρια της γνώσης των ίδιων των αγωνιστών. Απαιτεί, όμως, και ξεκάθαρες τοποθετήσεις: χωρίς άμεση ρήξη με το ευρώ και ανάκτηση ελέγχου δημοκρατικού στη νομισματική πολιτική και τη δημόσια δαπάνη, δρόμος για την αναδιανομή και την καταπολέμηση της ανεργίας δεν υπάρχει. Χωρίς ρήξη και άρνηση της «νομιμότητας» όχι μόνο των μνημονίων αλλά και του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» των υποχρεωτικών ιδιωτικοποιήσεων και της κυριαρχίας των τραπεζών μετασχηματισμός δεν μπορεί να γίνει. Χωρίς άμεση αμφισβήτηση των «ιερών δικαιωμάτων» στην ιδιοκτησία δεν μπορεί να επεκταθεί η αυτοδιαχείρισης με εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων. Γι’ αυτό όση ρητορεία περί ηγεμονίας ή σύγχρονου σοσιαλισμού και εάν προσθέσουν οι σ. του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι είναι δομικά αλυσιτελής, «ουτοπική» όσο και ο τετραγωνισμός του κύκλου, κάθε σκέψη μετασχηματισμού με δεδομένο το ευρώ και τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις.
Να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο για τη συντήρηση εστιών αντίστασης, παρεμπόδισης, καθυστέρησης, ανάσχεσης πλευρών των μέτρων, έναν παρατεταμένο κοινωνικό ανταρτοπόλεμο που να προκαλεί φθορά στον αντίπαλο. Που να μη λέει διαρκώς «ήρθε η μητέρα όλων των μαχών», γιατί αυτό μπορεί στο τέλος να μοιράσει ηττοπάθεια, αλλά και να μη θεωρεί ότι όλα θα λυθούν στις επόμενες εκλογές. Που να οικοδομεί τις μορφές του αγώνα, τους συντονισμούς, την εργατική δημοκρατία αλλά και την αγωνιστική ενότητα στα συνδικάτα και να μην ελπίζει απλώς σε ανακατατάξεις στη γραφειοκρατία της ΠΑΣΚΕ στη ΓΣΕΕ. Που να μην αφήνει κανέναν αγώνα μόνο του, αλλά να οικοδομεί ασπίδες αλληλεγγύης και να μην σπεύδει για συμπαράσταση αφού έχει κηρυχθεί η επιστράτευση. Που να βρίσκει δρόμους να σπάει η απομόνωση και ο κοινωνικός κανιβαλισμός: εάν οι καθηγητές κάνουν δωρεάν μαθήματα στους μαθητές από άνεργες οικογένειες, εάν οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες οργανώνουν μέρες δωρεάν μετακίνησης, εάν οι αγρότες αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες διανομής προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, τότε οι αγώνες τους θα έχουν όχι απλώς «ανοχή» αλλά πλατιά υποστήριξη. Που να οικοδομεί την αντιφασιστική ενότητα στο δρόμο, στον αγώνα, στη σύγκρουση.
Να μπορέσουμε και κάνουμε τις υπαρκτές μορφές σύγχρονης δημοκρατίας του αγώνα, από τις λαϊκές συνελεύσεις έως τα συντονιστικά, τις αφετηρίες των σύγχρονων μορφών δυαδικής εξουσίας. Τα Σοβιέτ του 21ου αιώνα δεν θα τα βρούμε στα άπαντα του Λένιν – όσο και εάν πρέπει να τα μελετάμε ξανά και ξανά! – αλλά στην ίδια την εμπειρία μας. Τι ήταν οι πλατείες, οι λαϊκές συνελεύσεις, οι μεγάλες απεργιακές επιτροπές, παρά το μεγάλο δικό μας πείραμα για μια διαφορετική μορφή σύγχρονης λαϊκής εξουσίας, μια σύγχρονη μορφή (αυτο)οργάνωσης του αγωνιζόμενου λαού, μια σύγχρονη ανατρεπτική εκδοχή του «κυρίαρχου λαού» όχι ως σώματος ψηφοφόρων, αλλά ως συλλογικού υποκειμένου της κοινωνικής χειραφέτησης;
Να κάνουμε την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση όχι απλώς λύσεις ανάγκης για το δρόμο – και τον πειραματισμό – για να νιώσει η κοινωνία ικανή να οικοδομήσει εναλλακτικές κοινωνικές σχέσεις. Σε ένα κοινωνικό ιατρείο, σε ένα κοινωνικό παντοπωλείο, σε ένα δίκτυο ανταλλαγής χωρίς χρήμα, σε μια πρωτοβουλία άμεσης σύνδεσης αγροτικών παραγωγών με τους καταναλωτές, σε μια αυτοδιαχειριζόμενη επιχείρηση όπως η ΒΙΟΜΕ, δεν απαντάμε μόνο σε ένα άμεσο πρόβλημα. Πειραματιζόμαστε με ερωτήματα που αφορούν και το αύριο, δείχνουμε έμπρακτα ότι μπορεί να υπάρξει εναλλακτική κοινωνική οργάνωση.
Να μιλήσουμε για την εξουσία όχι απλώς ως κοινοβουλευτική ανάληψη της διακυβέρνησης από την Αριστερά, ακόμη και εάν αυτό ναι όντως μπορεί να είναι ένα βήμα σε μια συνολική διαδικασία ανατροπής και μετασχηματισμού και πλευρά μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής, αλλά ως μεγάλη σύγκρουση με βάση τις ίδιες της μορφές της λαϊκής αντιεξουσίας, τα ίδια τα όργανα του αγωνιζόμενου λαού και με επίγνωση ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η σύγκρουση με το σκληρό πυρήνα των κατασταλτικών μηχανισμών αλλά και τη σωρευμένη «νομιμότητα» του «δικαιώματος στην ιδιοκτησία», δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί.
Μόνο έτσι μπορεί μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, ένα εν δυνάμει ιστορικό μπλοκ, η συνάντηση ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, αντικαπιταλιστική στρατηγική και μια εναλλακτική αφήγηση για τη νεοελληνική κοινωνία, να διαμορφωθεί, όχι ως άθροισμα ψηφοφόρων που θα αναθέσουν σε μια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» τη διακυβέρνηση, αλλά ως ενότητα, ελπίδα και αυτοπεποίθηση των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού. Έτσι θα αποτύχει το σχέδιο συντηρητικής και αυταρχικής αναδίπλωσης και θα ανοίξουν πρωτόγνωροι δρόμοι ρήξης, ανατροπής και βαθιού κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι θα σπάσει το σημερινό κλίμα αμηχανίας και η Αριστερά θα αποδείξει ότι δεν είναι εναλλακτική εκλογική επιλογή, αλλά πραγματικό κίνημα μετασχηματισμού και ανατροπής
Αριστερό Βήμα /ektosgrammis.

Δεν υπάρχουν σχόλια: