Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Πολιτική κουζίνα

του Δημήτρη Ποταμιάνου
Πέρασε ως επί το πλείστον ασχολίαστη, νομίζω, η προχτεσινή ιδιωτικής φύσεως δήλωση της κ. Κριστίν Λαγκάρντ, που ακούστηκε όμως πολύ καθαρά απ’ όλους μας, καθώς τα μικρόφωνα ήταν ανοιχτά στο τραπέζι της εκλεκτής συντροφιάς στο οποίο καθόταν, σχεδιάζοντας προφανώς γι’ άλλη μια φορά μαζί με τους λοιπούς συνδαιτυμόνες τις οικονομικές τύχες της ανθρωπότητας:
“Μα, δεν ήταν εξαίσιο το φουαγκρά που φάγαμε!”
Το’ χουν, παρεμπιπτόντως, οι Γάλλοι φαίνεται αυτό. Το κρίσιμο θέμα να είναι το ψωμί κι εκείνοι να σου μιλούν για παντεσπάνι. Ας είναι, στο προκείμενο: Ταλαντεύομαι πολύ στο ζήτημα του λιπαρού, προδήλως κιρρωσικού συκωτιού της πάπιας ή της χήνας- διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται, το πουλερικό καταχρηστικά ταΐζεται με αλκοόλ, μέχρι που να πρηστεί και να παραμορφωθεί, να τουμπανιάσει σχεδόν το ζωτικό αυτό όργανό του. Είναι όμως τόσο νόστιμο το αφιλότιμο, “φρέσκο” ιδίως και ροδισμένο απλώς στο βούτυρο, άντε και σβησμένο με λίγο καλό κονιάκ ή σέρυ. Δεν έχω ασφαλώς την ευκαιρία να το δοκιμάζω πολύ συχνά, αλλ’ όταν τυχαίνει να μου το προσφέρουν καλοί φίλοι ή εστιάτορες, η ακαταμάχητη νοστιμιά του με κάνει να ξεχνώ- ή να παραμερίζω, έστω- την οργανωμένη εκστρατεία, προ δεκαετίας περίπου, στην οποία πρωτοστατούσε ο μεγάλος Αμερικανός αρχιμάγειρος Τσάρλι Τρότερ, και με την οποία αποκηρύσσονταν η απάνθρωπη αυτή μεταχείριση των ζώων του κοτετσιού μας, ενώ προτείνονταν επίσης ο αποκλεισμός δια παντός του φουαγκρά, υπό οποιαδήποτε μορφή, από τους καταλόγους των ευπρεπών ανά τον κόσμο εστιατορίων. Το κεντρικό επιχείρημα ήταν τελικά πολύ απλό: Μια βίαια και εκβιαστικά προκαλούμενη παθολογική κατάσταση σ’ έναν οργανισμό δε μπορεί να θεωρείται και να καταναλώνεται ως ντελικατέτσα. Να το πάμε και λίγο στα άκρα, με την άδειά σας: Έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι από τους φούρνους των κρεματορίων έβγαιναν εκλεκτά σαπούνια. Ναί, είναι ακραίος, το παραδέχομαι, ο παραλληλισμός, αλλά κάποια σχέση υπάρχει πάντως με την προβολή του τυμπανιαίου συκωτιού των άδολων πουλερικών μας ως κατ’ εξοχήν φινετσάτου εδέσματος.
Αλλά ποιός είμαι εγώ που ξαναθέτω το άθλιο θέμα, αφού μόλις ομολόγησα ότι ακόμα και σήμερα, με πλήρη επίγνωση της προβληματικής κατάστασης, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο ν’ αντισταθώ στον πειρασμό να γευτώ το περιστασιακό φουαγκρά; Μάλλον θέλω τελικά ν’ αποφύγω να λαϊκίσω επικίνδυνα, ζητώντας από την κ. Λαγκάρντ να μετράει κάπως πιο προσεχτικά τα λόγια της. Επί τέλους, αν γλυκάθηκε τόσο πολύ με τις τρυφερές μπουκιές που έβαλε στο στόμα της, ας κρατούσε τις ενθουσιώδεις εντυπώσεις της για πάρτη της- στοιχειωδώς αναλογιζόμενη τουλάχιστον το υπερβάλλον κόστος τους, που καλούνται φυσικά να το αναλάβουν εκείνοι που της εξασφαλίζουν την τόσο άνετη διαβίωσή της. Ως εδώ όμως το λαΪκίστικο ξέσπασμα. Διότι ασφαλώς δεν είναι στο ίδιο- κατακριτέο- μήκος κύματος και η διαπίστωση πως ύστερα από αυτό που άθελά μας κρυφακούσαμε, δυσκολευόμαστε ακόμα περισσότερο να πιστέψουμε πως η Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία για τ’ Αφρικανάκια που λιμοκτονούν και δεν έχουν σχολεία να μάθουν γράμματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: